Ο καρκίνος του μαστού, στις μέρες μας, αποτελεί το συχνότερο καρκίνο στο γυναικείο πληθυσμό, ενώ εξαιρετικά σπάνια εμφανίζεται και στους άνδρες. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στις αναπτυγμένες χώρες, μεταξύ τον οποίων και η Ελλάδα, υπολογίζεται ότι μία στις οκτώ γυναίκες θα νοσήσει κάποια στιγμή στη ζωή της από καρκίνο του μαστού (περίπου 12%). Τα δεδομένα αυτά έχουν συντελέσει στην καθιέρωση προγράμματος προληπτικού ελέγχου, το οποίο έχει ως στόχο να ανιχνεύει τη νόσο σε πρώιμο στάδιο.
Η πρόληψη αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα όπλα που διαθέτει η ιατρική επιστήμη για την αντιμετώπιση του καρκίνου. Ειδικότερα, στον καρκίνο του μαστού, όταν πρόκειται για εύρημα του προληπτικού ελέγχου, η ίαση επιτυγχάνεται στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, αποφεύγοντας, μάλιστα, τις περισσότερες φορές, μακροχρόνιες θεραπείες. Υπάρχουν ξεκάθαρες παγκόσμιες κατευθυντήριες οδηγίες που προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο προληπτικός έλεγχος καθώς και τη διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση των παθήσεων του μαστού. Από τα σημαντικότερα αρχικά βήματα, κατά τη διερεύνηση ενός ύποπτου ευρήματος στο μαστό, αποτελεί η άντληση, όσο το δυνατόν, περισσότερων πληροφοριών για μια βλάβη, μέσω της διενέργειας βιοψίας, ώστε να αποφασιστεί το καταλληλότερο θεραπευτικό πλάνο για κάθε ασθενή.
Η εφαρμογή προγραμμάτων προληπτικού ελέγχου στο γενικό πληθυσμό έχει μειώσει τη θνητότητα από τον καρκίνο του μαστού κατά 40%. Στο γεγονός αυτό καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η βελτίωση των απεικονιστικών μεθόδων, που επιτρέπει την ανίχνευση πολύ μικρών όγκων ή πρώιμων μορφών καρκίνου, καθώς και η εξέλιξη της ογκολογίας και της χειρουργικής του μαστού.
Πρέπει να τονιστεί ότι για την επίτευξη της βέλτιστης εξατομικευμένης θεραπείας σε κάθε ασθενή, απαιτείται η διενέργεια του Ογκολογικού Συμβουλίου, η συνεργασία δηλαδή, πολλών κατάλληλων ειδικοτήτων.
Ο προληπτικός έλεγχος περιλαμβάνει περιοδικό απεικονιστικό έλεγχο (βασική εξέταση είναι η μαστογραφία και συμπληρωματική εξέταση το υπερηχογράφημα μαστών), επίσκεψη σε ειδικό μαστολόγο για κλινική εξέταση, καθώς και αυτοεξέταση σε μηνιαία βάση.
Σε περιπτώσεις συμπτωματικών γυναικών, τα συνηθέστερα συμπτώματα που καλούμαστε να διερευνήσουμε είναι ψηλαφητή σκληρία, έλξη δέρματος ή εισολκή θηλής, ορατή διόγκωση, ερυθρότητα ή άλλη αλλοίωση δέρματος, έκκριμα από την θηλή ή αλλοίωση του δέρματος της θηλής, διογκωμένοι λεμφαδένες στην μασχάλη και υποκειμενικά ενοχλήματα, όπως πόνος.
Σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες, ο πρώτος προληπτικός απεικονιστικός έλεγχος με υπερηχογράφημα μαστών πρέπει να γίνεται, το νωρίτερο, στην ηλικία των 25 ετών και να επαναλαμβάνεται το πολύ άλλες 2 φορές μέχρι την ηλικία των 30, εφόσον δεν υπάρχουν ειδικά ευρήματα. Από την ηλικία των 30 ετών συστήνεται ο ετήσιος υπερηχογραφικός έλεγχος και κλινική εξέταση από ειδικό χειρουργό μαστού – μαστολόγο κάθε 1 με 3 έτη, ανάλογα με τα ευρήματα. Η πρώτη μαστογραφία, η λεγόμενη μαστογραφία ‘’αναφοράς’’, που σκοπό έχει να απεικονιστεί ο φυσιολογικός νεανικός μαστός και να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο σύγκρισης για αυτές που θα ακολουθήσουν μετά την ηλικία των 40, προτείνεται να πραγματοποιείται μεταξύ των ηλικιών 35 και 40. Σε ηλικίες άνω των 40 ετών ξεκινά ο τυπικός προληπτικός έλεγχος που πρέπει να επαναλαμβάνεται σε ετήσια βάση, με μαστογραφία, υπερηχογράφημα μαστών και κλινική εξέταση. Ο προληπτικός έλεγχος περιλαμβάνει και μηνιαία αυτοεξέταση, ανεξάρτητα από την ηλικία της γυναίκας. Ο συνδυασμός απεικονιστικών εξετάσεων και κλινικής εξέτασης προσφέρει πληρέστερη δικλείδα ασφαλείας και ισχυρότερη σιγουριά να εντοπιστούν ύποπτες προς περαιτέρω διερεύνηση βλάβες. Στις γυναίκες με βαρύ οικογενειακό ιστορικό ο προληπτικός έλεγχος μπορεί να τροποποιηθεί από τον κλινικό ιατρό, σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο σποραδικός καρκίνος του μαστού, γυναίκες δηλαδή χωρίς κάποιο ιστορικό, αντιπροσωπεύει το 80 – 85% των περιπτώσεων, ενώ ο κληρονομούμενος καρκίνος μόνο το 15 – 20%.
Άλλες απεικονιστικές εξετάσεις, όπως η τρισδιάστατη (3D) μαστογραφία (γνωστή και ως τομοσύνθεση) και η μαγνητική τομογραφία μαστών, χρησιμοποιούνται σε ειδικές περιπτώσεις, όπως σε γυναίκες με εξαιρετικά πυκνή σύσταση μαστών ή σε γυναίκες με αυξημένο, σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού και πάντα αφού συμβουλευτούν ειδικό χειρουργό μαστού – μαστολόγο. Τα τελευταία χρόνια το αυτοματοποιημένο υπερηχογράφημα μαστών (Automated Breast Ultrasound System, ABUS) διεκδικεί δυναμικά τη θέση του στον προληπτικό έλεγχο νέων γυναικών και γυναικών με πυκνούς μαστούς.
